Posts

Showing posts with the label Διήγημα

Κάθε Απρίλη κι ένα ψέμα που πονούσε

Image
  Κάθε Απρίλη και ένα ψέμα που πονούσε... Ήμουν ο μικρός της οικογένειας και κάθε φορά είχα να αντιμετωπίσω τα ψέματα της αδερφής μου. «Κερδίσαμε πολλά λεφτά!» φώναζε. «Ζήτω! Τέρμα τα δάκρυα της μαμάς!» σκεφτόμουν... Ύστερα περιπαικτικά ξεστόμιζε τη λέξη «Πρωταπριλιά!». Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ μεγάλωνα με έναν Απρίλη που με πλήγωνε. «Η μαμά βρήκε δουλειά. Θα φύγουμε από την πόλη» Άλλο ένα ψέμα μεγάλο... Το όνειρό μου να φύγουμε από την πόλη με τους γρήγορους ρυθμούς της και την ανικανότητά της να ηρεμήσει λίγο και να αφουγκραστεί την ομορφιά του κόσμου γύρω της, γκρεμιζόταν από τη μία στιγμή στην άλλη. Το χειρότερο ψέμα είχε έρθει πάλι έναν Απρίλη. «Η μαμά δεν έχει τίποτα! Θα γίνει γρήγορα καλά!» Ποτέ δεν έγινε... Ο ίδιος ο Απρίλης με περιγελούσε ψιθυρίζοντας μου: «Πρωταπριλιά!» Όσο για μένα, μεγαλώνοντας έβαλα στόχο να κάνω κάθε Πρωταπριλιά, που με είχε πληγώσει, μία αλήθεια που θα έφερνε το φως στη ζωή μου. Έφυγα από την πόλη. Ζω απομονωμένος σε ένα εξωμονάστηρο έχοντας όλη τη...

Καλά Χριστούγεννα παππού

Image
  Καλά Χριστούγεννα παππού…      Ο κυρ Θόδωρος κάθεται στην κουνιστή του πολυθρόνα δίπλα από το τζάκι. Ο απαλός θόρυβος της φωτιάς είναι η μόνη του συντροφιά για απόψε. Παραμονή Χριστουγέννων και το σπίτι είναι άδειο και σιωπηλό.       Τέσσερα παιδιά τον αξίωσε ο Θεός να δει, μα όλα τους μένουν χιλιόμετρα μακριά. «Έστω κι ένα παιδί να είχα κοντά μου θα ήμουν ευτυχισμένος!» σκεφτόταν και η ματιά του χάθηκε σε μια χρυσή μοναδική χριστουγεννιάτικη μπάλα που κρεμόταν από το χερούλι του παράθυρου.       Η φύση στόλιζε το χωριό του κυρ Θόδωρου με κάτασπρο χιόνι κι ο νους του στόλιζε την ψυχή του με αναμνήσεις.       Ήταν δεν ήταν δώδεκα χρονών όταν παραμονή Χριστουγέννων δούλευε στο μπακάλικο της γειτονιάς του κάνοντας διάφορα θελήματα. Μια τέτοια ίδια γυάλινη μπάλα κοίταζαν και τότε τα μάτια του κάνοντας χίλιες δυο ευχές. Δεν λαχταρούσε πλούτη. Ευχόταν ολόψυχα να γίνει πλούσιος στην καρδιά και η αγκαλιά του να μη...

Καλά Χριστούγεννα παππού

Image
  Καλά Χριστούγεννα παππού…      Ο κυρ Θόδωρος κάθεται στην κουνιστή του πολυθρόνα δίπλα από το τζάκι. Ο απαλός θόρυβος της φωτιάς είναι η μόνη του συντροφιά για απόψε. Παραμονή Χριστουγέννων και το σπίτι είναι άδειο και σιωπηλό.       Τέσσερα παιδιά τον αξίωσε ο Θεός να δει, μα όλα τους μένουν χιλιόμετρα μακριά. «Έστω κι ένα παιδί να είχα κοντά μου θα ήμουν ευτυχισμένος!» σκεφτόταν και η ματιά του χάθηκε σε μια χρυσή μοναδική χριστουγεννιάτικη μπάλα που κρεμόταν από το χερούλι του παράθυρου.       Η φύση στόλιζε το χωριό του κυρ Θόδωρου με κάτασπρο χιόνι κι ο νους του στόλιζε την ψυχή του με αναμνήσεις.       Ήταν δεν ήταν δώδεκα χρονών όταν παραμονή Χριστουγέννων δούλευε στο μπακάλικο της γειτονιάς του κάνοντας διάφορα θελήματα. Μια τέτοια ίδια γυάλινη μπάλα κοίταζαν και τότε τα μάτια του κάνοντας χίλιες δυο ευχές. Δεν λαχταρούσε πλούτη. Ευχόταν ολόψυχα να γίνει πλούσιος στην καρδιά και η αγκαλιά του να μη...

17 Νοέμβρη "Ένα τελευταίο φιλί"

Image
  17 Νοέμβρη Ένα τελευταίο φιλί… Ένιωσα τα χείλη του να με φιλούν απαλά στο μέτωπο. Πάντα με φιλούσε όταν γι αυτόν ξημέρωνε μια ιδιαίτερη μέρα. Δεν ήταν ασυνήθιστο παιδί ο Σπύρος, να μονάχα λίγο παραπάνω ευαίσθητος. Νόμιζε πως δεν τον πήρα χαμπάρι. Έκλεισε την πόρτα του δωματίου μου απαλά και μπήκε στο μπάνιο. Από τη χαραμάδα της πόρτας τον παρατηρούσα να χτενίζει προσεχτικά τα μαλλιά του. Είχε φορέσει το καλό του θαλασσί πουκάμισο. Αλήθεια τι γιορτή ξημέρωνε σήμερα την δεκάτη τετάρτη Νοεμβρίου; Το μυαλό μου δεν πήγαινε πουθενά. Αφού ετοιμάστηκε κοντοστάθηκε στο χολ κι έριξε μια γρήγορη ματιά σε όλο τον χώρο του σπιτιού. Λίγο πριν ανοίξει την πόρτα και φύγει βγήκα από το δωμάτιο και του φώναξα: «Πρόσεχε παιδάκι μου! Ό,τι κι αν κάνεις πρόσεχέ μου!» Έτρεξε αμίλητος και μ΄αγκάλιασε. Με φίλησε ξανά στο μέτωπο μα το φιλί του αυτήν την φορά ήταν γρήγορο και δυνατό. «Θα προσέχω μάνα!» είπε κι έφυγε. Δυο μερόνυχτα είχαν περάσει και εκείνος ήταν άφαντος. Με έζωναν τα φίδια, αλ...

Πες την ευχή...Η ιστορία της Φανής...

Image
  Πες την ευχή… «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε με!» να λες κορίτσι μου κι ο Θεός βοηθάει είπε η γιαγιά στη Φανή, όταν αυτή ήταν θυμωμένη, επειδή δεν είχε πάρει προαγωγή κι αύξηση μισθού όπως περίμενε στην εταιρία που εργαζόταν εδώ και πολλά χρόνια. -Τι λες γιαγιά; Αυτά είναι ξεπερασμένα! Με προσευχές δεν σώνεται ο κόσμος. Άλλα είναι τα πράγματα που χρειάζονται! είπε εκείνη ακόμα πιο θυμωμένα.  Η γιαγιά δεν μίλησε άλλο. Είδε ότι η καρδιά της εγγονής της ήταν κλειστή.  Μετά από λίγες ημέρες ήρθε πάλι η Φανή στο σπίτι της γιαγιάς. Αυτή την φορά ήταν καταρρακωμένη κι απελπισμένη. -Απολύθηκα γιαγιά! Τα χασα όλα! Τι θα απογίνω τώρα; μονολόγησε και ξέσπασε σε λυγμούς. -Λυπάμαι πολύ κορίτσι μου. Μην απελπίζεσαι όμως! Έχει ο Θεός! Δε θα σ’ αφήσει έτσι!» είπε η γιαγιά. -Ποιος Θεός! Δεν Τον ξέρω τον Θεό!  -Ούτε εγώ τον ήξερα κορίτσι μου, όμως η ευχή με βοήθησε να Τον μάθω.  -Ποια ευχή;  -Το ‘’ Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με ‘’ . -Εγώ δεν πιστεύω σε προσευχές! Η προσευχή δε...

"Το σταυροδρόμι της αγάπης"

Image
Το σταυροδρόμι της αγάπης      Η εβδομηντάχρονη  Μαρία έχει ξεφύγει από την προσοχή της κόρης της. Ανοίγει την εξώπορτα και βγαίνει έξω. Ξυπόλυτη αρχίζει να περπατάει στο πεζοδρόμιο. Λίγο παρακάτω κοντοστέκεται. Κοιτάζει δεξιά κι αριστερά λες κι έβλεπε αυτόν τον δρόμο για πρώτη φορά. Αφού ψέλλισε λόγια ασυνάρτητα, αρχίσε ξανά το σιγανό περπάτημα.  Οι μυρωδιές από τους ανθούς των δέντρων, οι πολύχρωμες ανεμώνες κατά μήκος του πεζοδρομίου, το γλυκό αεράκι που της δρόσιζε το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο και της φυσάνιζε τα γκρίζα ανακατωμένα της μαλλιά, της έφερνε στα χείλη ένα απαλό νοσταλγικό χαμόγελο.  Μετά από αρκετούς μήνες ένιωθε ξανά ελεύθερη. Τα γερασμένα της ανύμπορα πια πόδια δεν αισθάνονταν κόπωση. Η καρδιά της την οδηγεί εκεί που είχαν αρχίσει όλα: «Στο σταυροδρόμι της αγάπης». Έτσι το είχαν ονομάσει με τον Νίκο τον άντρα της, αφού σ΄εκείνο το σταυροδρόμι τον είχε πρωτογνωρίσει και ερωτευτεί. Στο μυαλό της άρχισαν σιγά σιγά να αναβοσβήνουν αναμνήσεις. ...

"Το Νούφαρο του Ποταμού" της Μάντυ Τσιπούρα

Image
  "ΤΟ ΝΟΥΦΑΡΟ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ" Πολλές φορές δεν χρειάζεται να μιλάς,  τα λένε όλα τα βλέμματα.  Όπως χθες που ξύπνησα  και σε είδα στο προσκέφαλό μου  να με κοιτάζεις με τόση ζεστασιά  προσφέροντάς μου  το αγαπημένο μου λουλούδι, ένα νούφαρο. Σκέφτομαι τότε που ήμασταν παιδιά  και τρέχαμε στο ποτάμι.  Παίζαμε ατέλειωτες ώρες  στις λασπερές όχθες του  πετάγοντας νερά ο ένας στον άλλο.  Τρέχαμε,  ξεκαρδιζόμασταν  και το βράδυ  επιστρέφοντας κατάκοπα σπίτι,  η μαμά με φωνές,  μας έβαζε για μπάνιο.  Συνέχεια μας μάλωνε  και μας απαγόρευε να ξαναπάμε εκεί, μα εμείς δεν ακούγαμε. Θυμάμαι αυτό το βλέμμα σου,  συνωμοτικό  και καθησυχαστικό συνάμα,  το τόσο γνώριμο  και ζεστό που μου έλεγε:  "Θα πάμε,  θα ξεγελάσουμε την μαμά  και τίποτα δε θα καταλάβει.  Θα δεις." Τότε πάντα μου πρόσφερες  ένα νούφαρο του ποταμού,  σαν υπόσχεση θετικής έκβασης Έτσι και τώρ...

Ήθελα μόνο να μ' αγαπάς...

Image
Ήθελα μόνο να μ' αγαπάς... Η Μαρία δούλευε κάποτε σ’ ένα ταξιδιωτικό γραφείο. Με όλους τους συνεργάτες της είχε καλές σχέσεις ακόμα και με τον κύριο Ορέστη, που ήξερε πως ήταν άθεος και που συχνά χωρίς να χάσει ευκαιρία κακολογούσε και υποβάθμιζε τον Κύριο Ιησού Χριστό.  Πολλές φορές προσευχήθηκε η Μαρία για τον κύριο Ορέστη, να του δώσει ο Θεός φώτιση και να τον οδηγήσει στην Αλήθεια της πίστης, αλλά και στην χαρά που βρίσκει κανείς μέσα στην αγάπη του Θεού. Ο καιρός όμως περνούσε και ο κύριος Ορέστης συνέχιζε να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην απιστία του.  Κάποια μέρα είχε έρθει στο γραφείο μια ηλικιωμένη κυρία. Ήθελε να ταξιδέψει στους Αγίους Τόπους. Για αυτήν, όπως είπε και η ίδια, ήταν όνειρο ζωής να περπατήσει στους δρόμους που περπάτησε και ο Κύριος. Εκείνη τη μέρα η Μαρία είχε πολλή δουλειά κι έτσι ανέλαβε να την εξυπηρετήσει ο κύριος Ορέστης. Στο άκουσμα ότι η γριούλα θέλει να ταξιδέψει στους Αγίους τόπους εκείνος γέλασε κοροϊδευτικά. Όταν επίσης την άκουσε να δοξάζ...

"Τα κρίνα των παιδικών μου χρόνων"

Image
Τα κρίνα των παιδικών μου χρόνων Στην ησυχία του μεσημεριού σε μια γραφική γειτονιά, δίπλα σχεδόν από την μεγάλη εκκλησιά του χωριού, ακουγόταν μόνο το κλειδί στην σκουριασμένη κλειδαριά που η Ανθή μάταια προσπαθούσε να ξεκλειδώσει. Η ξύλινη πόρτα είχε παραδοθεί στη δίνη του χρόνου. Το ίδιο και τα παράθυρα. Ίσα που στέκονταν στα κουφώματα. Μ' ένα δυνατό σπρώξιμο η βαριά πόρτα άνοιξε. Είκοσι χρόνια μετά στο πατρικό της σπίτι όλα έμοιαζαν ίδια. Κατασκονισμένα μεν, αλλά ίδια.  Κάθε γωνιά μια ανάμνηση. Μόνο η μυρωδιά της μούχλας και της κλεισούρας δε θύμιζε σε τίποτα το άλλοτε φρεσκοκαθαρισμένο σπίτι. Ήταν όμως ό,τι της είχε απομείνει. Σε λίγο ο αγοραστής έφθανε. Με τα λεφτά που θα   'παιρνε θα ξεχρέωνε αρκετές δόσεις του δανείου στην τράπεζα.  Τη σκοτεινιά και τη μούχλα του σπιτιού άρχισε να καλύπτει σιγά σιγά μια παραδεισένεια ευωδία. Η μυρωδιά την οδηγούσε στην πίσω αυλή. Διέσχισε με γρήγορο βήμα τη σάλα και με μια δυνατή σπρωξιά άνοιξε την πόρτα. Ύστερα θαρρείς μεμιά...

Εμπιστέψου με και δεν θα χάσεις!!

Image
  Εμπιστέψου με και δεν θα χάσεις! Θέλησε κάποιος να κάνει ένα μακρινό ταξίδι κι έψαχνε έναν ικανό οδηγό για συνοδοιπόρο. Ήθελε να τον βοηθάει ν΄ αποφεύγει τις κακοτοπιές, τους εχθρούς και τ΄ άγρια θηρία. Κανείς δεν δεχόταν να τον συνοδέψει μα κι αυτουνού κανείς δεν του γέμιζε το μάτι. Κανέναν δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τυφλά. Μέχρι που σήκωσε τα μάτια ψηλά και προσευχήθηκε.  «Μόνος μου Θεέ μου τέτοιο ταξίδι δεν μπορώ να κάνω. Σίγουρα θα χαθώ και θα πάθω κακό. Εσύ που είσαι εκεί ψηλά, στείλε μου κάποιον για οδηγό!»  Τότε μπροστά του εμφανίστηκε ο ίδιος ο Θεός.  «Άκουσα την προσευχή σου κι ήθελα να σε ρωτήσω αν δέχεσαι εμένα για οδηγό. Μόνο που δεν θα είμαι μαζί σου. Εγώ θα κάθομαι στον ουρανό κι από εκεί ψηλά θα σε καθοδηγώ. Δέχεσαι;» Τον ρώτησε.  Ο νέος μην έχοντας άλλη λύση δέχτηκε, οπότε και ξεκίνησε το ταξίδι του.  Καθώς πήγαινε ο δρόμος του τον έφερε μπροστά σ΄άλλους δυο δρόμους. Ο ένας ήταν χωματένιος κι έρημος, γεμάτος πέτρες και λακκούβες. Ούτε δέν...

"Ένα αλλιώτικο Πάσχα" Ζωή Κοντόγιαννου

Image
  Ένα αλλιώτικο Πάσχα Πρωινό Μ. Δευτέρας. Η εβδομάδα των Αγίων Παθών ξεκινά μα εγώ νομίζω πως για ολόκληρη την ανθρωπότητα έχει ξεκινήσει εδώ και λίγους μήνες. Φορτωμένοι στην πλάτη τον βαρύ σταυρό της πανδημίας όλοι σπεύδουν ν΄ ανέβουν έναν αλλιώτικο Γολγοθά. Η σταύρωση όλων αργή και βασανιστική. Όλοι κοιτούν ψηλά, καρτερούν την Ανάσταση. Παράλυτη η ψυχή από τον φόβο, τη λύπη, το άγχος της επόμενης μέρας. Η ελπίδα σαν φλόγα κεριού λαμπυρίζει σε κάθε ψυχή και πασχίζει να μην σβήσει.  «Δεν έχουμε το δικαίωμα να την αφήσουμε να σβήσει» φωνάζω στον εαυτό μου κάθε που τον πιάνω να λιγοψυχεί.  Η ώρα οχτώ το πρωί. Το σπίτι δεν με χωρά. Ανεβαίνω στην ταράτσα του σπιτιού και χαζεύω τη θέα του χωριού που απλώνεται μπροστά μου. Ανασαίνω βαθιά. Προσπαθώ να γεμίσω την καρδιά με μυρωδιές της Άνοιξης. Σήμερα όσο τίποτα άλλο χρειάζομαι τη γλύκα των ανθών από τις πορτοκαλιές, τη μυρωδιά του γιασεμιού από τον κήπο της γειτόνισσας. Η φύση πάντα μιλά σιωπηλά και παρηγορεί.  Σε όλο το χ...

"Χαίρε η παρηγοριά του κόσμου όλου"

Image
Η Κυρά η Παναγία η ψηλή Μια ιστορία εμπνευσμένη από αληθινές μαρτυρίες Ήταν Μάρτιος. Όλη η πλάση ανθισμένη κ το νησί του Ήλιου ήταν στολισμένο σε κάθε του γωνιά με πανέμορφα λουλούδια κ μοσχομυρισμένους ανθούς. Η Ιωάννα από την Θεσσαλονίκη βρισκόταν για διακοπές στο νησί της Ρόδου. Ο άντρας της δεν άντεχε άλλο να την βλέπει να μαραζώνει. Το νησί της Ρόδου ήταν ότι έπρεπε για να πάρει η ψυχή της ανάσα.  Εκείνο το δειλινό είχαν επισκεπτεί το όμορφο και παραδοσιακό χωριό του νησιού τον Αρχάγγελο. Καθώς κοίταζε δυο τρία μικρά παιδιά να παίζουν ανέμελα στην πλατεία του χωριού έβαλε τα κλάματα. Στο νου της ήρθαν τα λόγια του τελευταίου γυναικολόγου από τους δεκάδες που είχε επισκεπτεί την τελευταία πενταετία. " Δεν μπορείτε να κάνετε παιδί κυρία μου...εκτός κι αν γίνει κανένα θαύμα!"  Στο διπλανό παγκάκι καθόταν μια ηλικιωμένη μαυροφόρα αρχαγγελίτισσα με μαύρο μαντήλι στα μαλλιά κ δυο κεράκια στο χέρι. Σε λίγο άρχιζε ο εσπερινός κι είχε καθίσει εκεί λίγο να ξαποστάσει πριν φτάσει σ...

"ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ" γράφει η Ιωάννα Ζώρζου

Image
  ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ Με τις πρώτες αχτίδες να χαϊδεύουν τα βλέφαρά μου σε αναζητώ. Άραγε είσαι όπως σε ονειρεύτηκα πάλι απόψε; Το σκοτάδι έχει χαθεί με την καληνύχτα της σελήνης. Για εκείνο που πρέπει να παλέψω μαζί με τον ήλιο θαρρώ πως  είναι το σκοτάδι που έχει απλωθεί μέσα μου.  Ανοίγοντας τα μάτια δεκάδες προσωπεία με κοιτούν. Νοιώθω ν’ ασφυκτιούν στη ντουλάπα, στα συρτάρια. Κάποια κρεμασμένα στους τοίχους ασθμαίνουν νωχελικά. Ακόμα και στα ράφια του ψυγείου υπάρχουν. Όλα στέκουν γύρω μου περιμένοντας να διαλέξω. Είμαι ό,τι φορώ, ό,τι τρώω, ό,τι σκέφτομαι. Ακόμα και ό,τι δεν νιώθω.    Στο μυαλό μνήμες αναμοχλεύουν τα γρανάζια της θύμησης. Και τότε θυμάμαι πως ήμουν ξέγνοιαστο παιδί. Έπαιζα με όλα τους συνομήλικους της γειτονιάς. Αγόρια και κορίτσια. Ήξερα να θυμώνω, να μαλώνω κι ύστερα να φιλιώνω. Μπορούσα να τρέχω να κρύβομαι στο πιθάρι μου και να βγαίνω όταν όλα είχαν περάσει. Είχα πάντα το φανό της παιδικής αθωότητας μέσα στην καρδιά. Με αυτόν αναμμένο τί...

"Μια ένεση να μεγαλώσω" Ζωή Κοντόγιαννου

Image
  Μια ένεση να μεγαλώσω…      Ξημέρωσε. Το ξυπνητήρι χτυπά ανυπόμονα. Για όλους οι εφιάλτες τελειώνουν το πρωί. Για μένα αρχίζουν με το πρώτο χτύπημα του κουδουνιού στο σχολείο. Το στομάχι μου είναι πέτρα με το που ανοίξω τα μάτια.       Απέναντι από το κρεβάτι στέκει η σχολική τσάντα. Για τα περισσότερα παιδιά είναι απλά μια σάκα που κουβαλά τα βιβλία. Για μένα είναι το εισιτήριο για το κτίριο του τρόμου γεμάτο με μάτια που με κοιτούν άγρια και θυμωμένα χωρίς καν να ξέρω τον λόγο. Παντού υπάρχουν πρόσωπα παιδιών που μοιάζουν με τρομαχτικές μάσκες αποκριάς. Κι εγώ ανίκανος να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Φοβάμαι στην τάξη. Τρέμω στην αυλή του σχολείου.      Χτες έμεινα νηστικός. Κάποιοι μου πέταξαν το κολατσιό από τα χέρια. Προχθές η ζωγραφική που είχα φτιάξει για τη μητέρα μου ρίχτηκε με μίσος στα λασπόνερα…μαζί της κι εγώ…! Τα γόνατά μου μάτωσαν, τα χέρια μου ήταν γεμάτα γρατζουνιές.       Κάθε μέρα η γωνιά μου σ...

"Μια φορά στην εκκλησιά..." Ζωή Κοντόγιαννου

Image
  Μια φορά στην εκκλησιά… Μια Κυριακή πρωί βρέθηκα στην εκκλησιά των Ταξιαρχών. Ήταν δεν ήταν 8 η ώρα το πρωί. Η  Θεία Λειτουργία είχε ήδη ξεκινήσει. Ένας άγνωστος άντρας στεκόταν έξω από την κεντρική είσοδο του ναού.  Τον παρατηρούσα από μακριά, από μια γωνιά της αυλής. Έκανε ένα βήμα να μπει μέσα, μα πάλι το μετάνιωνε κι επέστρεφε πίσω. Με τα χέρια του σκούπιζε συχνά πυκνά τα μάτια του. Περνούσε κανένα πεντάλεπτο κι ύστερα πάλι τα ίδια. Ένα μικρό ζητιανάκι ατημέλητο, με σχισμένα σχεδόν ρούχα και φθαρμένα παπούτσια κάθισε από την αριστερή πλευρά της εισόδου του ναού. Έστεκε αμίλητο κρατώντας ένα μικρό χαρτόκουτο. Οι πιστοί περνούσαν από μπροστά του. Κάποιοι κάτι του διναν, κάποιοι το κοίταζαν με οίκτο, αλλά δεν του διναν τίποτα, κάποιοι το προσπερνούσαν με περιφρόνηση και κάποιοι το κοίταζαν θυμωμένα μόνο και μόνο που έστεκε εκεί.  Ο άγνωστος άντρας προσπάθησε άλλες δυο τρεις φορές να περάσει μέσα στον κυρίως ναό, μα λες πως κάποιο τείχος τον εμπόδιζε για να το κάνε...

"Ένας ιδιαίτερος πύργος στην Ιαλυσό" της Ρούλας Σκουμιού

Image
   "Ένας ιδιαίτερος πύργος στην Ιαλυσό." Τα παιδιά ποτέ δεν βαρυγκομούν για το παιχνίδι.  Παίζοντας, κάποια απομακρύνθηκαν. Έφτασαν στον ανατριχιαστικότερο πύργο των Τριαντών. Δίπατος, ευρύχωρος, με διώροφα ζοφερά υπόγεια. Στο χείλος του γκρεμού. Πυκνό δάσος τριγύρω. Η βαριά καγκελόπορτα ορθάνοιχτη. "Σαν άλλης εποχής!" "Τον εξερευνούμε; " απάντησε γενναία το αγόρι. Σπασμένα παράθυρα, ξεφλουδισμένες ταπετσαρίες. "Ακαταστασία!" ξαναψιθύρισε το κοριτσόπουλο.  Η εγκατάλειψη τους καλούσε σαν σειρήνα. Η υγρασία παρούσα κατέστρεφε άπληστα. Μερικές νυχτερίδες ενοχλήθηκαν. Πέταξαν μακριά σαν ελπίδες ουτοπικές. Περιηγήθηκαν στο αχανές σαλόνι. Κενό αντικειμένων, συνάμα γεμάτο αύρες όπως στον σκοτεινό γαλαξία. Ανέβαιναν ακροπατώντας. Ξεκλείδωσε μια πόρτα. Άνοιξε αργά ηχώντας φάλτσα. Αθρόα βαρύτιμα έπιπλα, μεταξωτά,  φίνες δαντέλες. Κρεβάτι μ' ουρανό. Θαύμαζαν. Μια χαριτόβρυτη νέα στο μπαλκόνι απολάμβανε τη θεία μουσική ενός νέου στον κήπο.  "Συλφίδα...

Η παράγκα

Image
 Η παράγκα Νοέμβριος 1950 Το φως της λάμπας τρεμόπαιζε μέσα στην πετρόχτιστη παράγκα. Ο αέρας λυσσομανούσε. Η Μαρίνα καθόταν στην γωνιά του μικρού μαυρισμένου τζακιού με μάτια ανήσυχα, θολά. Το δυνατό βουητό τ’ ανέμου απ’ το μισοσπασμένο παράθυρο , που ο Δημήτρης δεν πρόλαβε να αποτελειώσει, την έβγαλε απ’ τις θλιβερές τις σκέψεις. Μέρες είχε να πάρει νέα από το Δημήτρη , από τον άντρα π’ αγαπούσε όσο τίποτα άλλο. Δυο χρόνια έμεναν σ’ αυτήν την μικρή, φτωχική παράγκα, που έφτιαξαν με τα ίδια τους τα χέρια. Ο Δημήτρης δεν είχε λείψει ποτέ πάνω από πέντε ώρες. Πάντα γυρνούσε κοντά της και πάντα η αγκαλιά του ήταν αυτή που τη ζέσταινε και της έδινε άπλετη στοργή και αγάπη. Σηκώθηκε επάνω να ανάψει το καντήλι που έστεκε μπροστά από την εικόνα της γλυκιάς Παναγιάς. Γέμισε το ποτήρι με λίγο λάδι, δεν είχε άλλωστε και πολύ, κι άναψε το καινούργιο φυτίλι. Με σφιγμένη την καρδιά γονάτισε κι άφησε τα δάκρυά της ελεύθερα να τρέξουν. «Μεγαλόχαρη, ας μην του χει συμβεί τίποτα κακό! Σκέπασέ τον!...