Posts

Συνέντευξη με την Αναστασία Γιωτοπούλου

Image
Ένα βιβλίο με πολύχρωμα λουλούδια του εκδοτικού οίκου iWrite έρχεται να στολίσει τη βιβλιοθήκη μας και να της δώσει άρωμα και χρώμα. Ο λόγος για την παιδική ιστορία «Η Λουλουδένια» της Αναστασίας Γιωτοπούλου.   Μέσα από αυτήν τη συνέντευξη θα γνωρίσουμε καλύτερα τη συγγραφέα του βιβλίου αλλά και τη Λουλουδένια που έρχεται για να μας ταξιδέψει σε μια χώρα παραμυθένια. Αναστασία από που κατάγεσαι και με τι ασχολείσαι;  Κατάγομαι από την ηρωική πόλη της Νάουσας του νόμου Ημαθίας. Είμαι μαμά και προς το παρόν δεν εργάζομαι εκτός σπιτιού. Είμαι τελειόφοιτη των τμημάτων Βιομηχανικού Σχεδιασμού και βοηθών φυσικοθεραπείας με το οποίο θα ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά και συνδυαστικά με την συγγραφή. Πως πήρες την απόφαση να ασχοληθείς με τη συγγραφή; Η συγγραφή ως ανάγκη και τρόπος έκφρασης υπάρχει στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια. Με ποια αφορμή γράφτηκε η ιστορία της Λουλουδένιας; Την Λουλουδένια την εμπνεύστηκα ένα βράδυ όταν η μεγάλη μου κόρη μου ζήτησε να σκεφτώ και να...

Το διαγώνισμα

Image
Το διαγώνισμα Τα μικρά της δάχτυλα ιδρώνουν. Με δυσκολία κρατούν το μολύβι. Η Ηρώ διαβάζει ξανά και ξανά τις ερωτήσεις του διαγωνίσματος. Όλες τις ξέρει. Μα τα δάχτυλά της δεν μπορούν να σταματήσουν να τρέμουν. Η καρδιά της χτυπάει φοβισμένα. Σηκώνει τα μάτια. Κοιτάει την Μαρία στο απέναντι θρανίο. Εκείνη γράφει ασταμάτητα. Το ίδιο και η Ευαγγελία δίπλα της. Ξαναγυρνάει στο γραπτό της. Τα μάτια της βουρκώνουν. Αφήνει το μολύβι να πέσει κάτω. Τα λόγια της Μαρίας είναι συνέχεια  στο μυαλό της. «Αν ξαναπάρεις μεγαλύτερο βαθμό από μένα θα το πληρώσεις ακριβά!». Κι όντως το είχε πληρώσει ακριβά, όταν στο τεστ των μαθηματικών πήρε άριστα δέκα κι η Μαρία οχτώ. Το αγαπημένο της πορτοφολάκι με τη φωτογραφία της μητέρας της είχε γίνει χίλια κομμάτια. Η Μαρία και η παρέα της το είχαν ψαλιδίσει χωρίς τύψεις.  Μια άλλην φορά την έλουσαν με ζεστή σοκολάτα όταν πήρε έπαινο από τη δασκάλα για την έκθεσή της. Μέρες έκανε να γιάνει το χέρι της και να μπορέσει να ξαναγράψει.  Η απειλή αυτή ...

Πληγωμένη Άνοιξη

Image
Μύρισε η Άνοιξη μα δεν την νιώθω. Χειμώνας σκεπάζει την καρδιά. Ποιο λουλούδι να ανθίσει πάνω στα συντρίμμια; Ποιο παιδί να τρέξει στον κάμπο; Ποιο κελάηδημα πουλιού θα ξεπεράσει τον κρότο από τις βόμβες;  Μύρισε η Άνοιξη μα η χαρά δεν ήρθε μαζί της. Ξεχάστηκε πεταμένη στα χαλάσματα. Σε καρδιές κλειδωμένες στα υπόγεια. Φυλακίστηκε από τον τρόμο των μανάδων.  Μύρισε η Άνοιξη λάμπει το φως της πλάσης μα ο άνθρωπος βλέπει παντού σκοτάδι.Καπνούς, φωτιές και πτώματα. Ερειπωμένα σπίτια. Κομματιασμένες καρδιές.  Μύρισε η Άνοιξη. Μην αργείτε! Ελάτε να ψάξουμε την ελπίδα, την ειρήνη, την αγάπη! Δεν μπορεί να κρύφτηκαν μακριά... Μύρισε η Άνοιξη...τα παιδιά πρέπει να γελάσουν... Ζωή Κοντόγιαννου

Αφιέρωμα στη Φλώρα Κρητικού

Image
Ένα μικρό αφιέρωμα για τη Φλώρα Κρητικού ή αλλιώς όπως την ξέρουν οι Αρχαγγελίτες για το Φλουρί του Καμπούρη της οποίας το όνομα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αρχαγγελίτικη μουσική παράδοση. Πόσα όμορφα τραγούδια ακούσαμε από τη χαρακτηριστική της φωνή! Πόσους γάμους στόλισε με τη μελωδία που έβγαινε από την ψυχή της! Πίσω από αυτή την φωνή όμως ελάχιστοι γνωρίζουν πως κρυβόταν ένα παράπονο, μια μελαγχολία, ένας αναστεναγμός…Μέσα από τον αρχαγγελίτικο χαβά η Φλώρα ήξερε πολύ καλά να κρύβει τον δικό της καημό… Βάζω τα τραγούδια της να παίζουν και ταξιδεύω χρόνια πίσω…τότε που η Φλώρα μικρό παιδί ακόμα ερχόταν αντιμέτωπη με το πιο σκληρό πρόσωπο της μοίρας.  «Η μέρα έχει βάσανα κι η νύχτα είναι ωραία γιατί έρχεσαι στον ύπνο μου και μου κρατάς παρέα.» Είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς στίχους του παραδοσιακού αρχαγγελίτικου τραγουδιού «Ποταμός». Βάσανα πολλά είχε η μέρα της Φλώρας μα η νύχτα της ήταν ωραία…γεμάτη από τραγούδια…γεμάτη όνειρα που τη βοηθούσαν να δραπετεύει απ...

Το καλικαντζαράκι

Image
Το καλικαντζαράκι Τσακ και τσουκ και σκρατς και σκρουτς! Παναγιά μου τα κεραμίδια πως χτυπούν! Μην είναι ο αέρας ο δυνατός μην είναι κανένας καλικάντζαρος τρελός; Μα πριν προλάβω να σκεφτώ, μαύρο πλασματάκι σκανδαλιάρικο μικρό στο σαλόνι βρίσκεται και στήνει το χορό. Πάνε τα μελομακάρονα, σκόνη όλοι οι κουραμπιέδες, όσο για τους καναπέδες καλύτερα να μην σας πω! -Μα καλά γιατί είσαι τόσο άτακτο και ζωηρό; Τόλμησα να το ρωτήσω κι από το φόβο μου λίγο έλειψε να λιποθυμήσω. -Χιχιχί και χαχαχά! Για κοίτα τώρα ποιος ρωτάς! Εγώ είμαι καλικαντζαράκι κι ησυχία δεν ξέρω τι θα πει! Τα Χριστούγεννα λατρεύω γιατί όλες τις νοικοκυρές παιδεύω! -Μα η μαμά μου θα στεναχωρηθεί και θα κλαίει το πρωί! -Ε τότε στρώσου αμέσως στη δουλειά! Πάρε σκούπα και πανιά! -Μα δεν είναι δίκαιο! Δεν τα έκανα εγώ! -Δίκαιο ξεδίκαιο είναι η μόνη λύση! Και να ξέρεις πως κάθε χρόνο θα έρχομαι εδώ και θα τα κάνω όλα ρημαδιό! Έτρεξα για να το πιάσω μα εκείνο εξαφανίστηκε μέσα σε χάχανα τρελά και κάθε χρόνο μου έφερνε για δώρο...

Καλά Χριστούγεννα παππού

Image
  Καλά Χριστούγεννα παππού…      Ο κυρ Θόδωρος κάθεται στην κουνιστή του πολυθρόνα δίπλα από το τζάκι. Ο απαλός θόρυβος της φωτιάς είναι η μόνη του συντροφιά για απόψε. Παραμονή Χριστουγέννων και το σπίτι είναι άδειο και σιωπηλό.       Τέσσερα παιδιά τον αξίωσε ο Θεός να δει, μα όλα τους μένουν χιλιόμετρα μακριά. «Έστω κι ένα παιδί να είχα κοντά μου θα ήμουν ευτυχισμένος!» σκεφτόταν και η ματιά του χάθηκε σε μια χρυσή μοναδική χριστουγεννιάτικη μπάλα που κρεμόταν από το χερούλι του παράθυρου.       Η φύση στόλιζε το χωριό του κυρ Θόδωρου με κάτασπρο χιόνι κι ο νους του στόλιζε την ψυχή του με αναμνήσεις.       Ήταν δεν ήταν δώδεκα χρονών όταν παραμονή Χριστουγέννων δούλευε στο μπακάλικο της γειτονιάς του κάνοντας διάφορα θελήματα. Μια τέτοια ίδια γυάλινη μπάλα κοίταζαν και τότε τα μάτια του κάνοντας χίλιες δυο ευχές. Δεν λαχταρούσε πλούτη. Ευχόταν ολόψυχα να γίνει πλούσιος στην καρδιά και η αγκαλιά του να μη...

Τα φτερά είναι για να πετάς

Image
Τα φτερά είναι για να πετάς Όταν μεγάλωσε, ο πατέρας του του είπε: "Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε. " "Να δεν ξέρω να πετάω" απάντησε ο γιος. "Σωστά..." είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.  "Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ, θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις "  Ο γιος αμφέβαλλε. "Κι αν πέσω;" "Ακόμα κι αν πέσεις, δεν θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατσουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια" αποκρίθηκε ο πατέρας. Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του.  Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν: "Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος....