"Αναμνήσεις ευφραίνουν καρδίαν ανθρώπου" γράφει η Στέλια Σαρικά

 


Αναμνήσεις ευφραίνουν καρδίαν ανθρώπου…

Έστεκες στη σιδερένια εξώπορτα προσμένοντας για άλλη μια φορά το αντάμωμα. Βουβή και άκαμπτη απ’ τα βάσανα που πέτρωσαν ακόμη και το πιο μικρό κύτταρο του είναι σου. Στέρεψαν τα δάκρυα, τα συναισθήματα βούλιαξαν σε απύθμενες θάλασσες σαν θησαυροί ξεχασμένοι που προσδοκούν την ανάδυσή τους κάτω απ’ το φως ενός αισιόδοξου ήλιου. 

Θα έρθω. Θα είμαι κοντά σου πάλι. Το "θα" που αποδυναμώνει κάθε υπόσχεση κρύβοντας ένα αδύναμο "ίσως". Ίσως να έρθω. Ίσως να είμαι κοντά σου πάλι. Σταυροκοπιέσαι να γίνει το "ίσως" και το "θα"  "είμαι εδώ". 

Στο στενό εκείνο σοκάκι που έκανες τα πρώτα βήματα. Στην ανθισμένη με ρόδα τσιμεντένια αυλή. Κάτω απ’ την κληματαριά, καθώς έστηνες σενάρια για τη ζωή, μια μικρή κάμπια μεταμορφωνόταν σε πεταλούδα θυμίζοντας σου την αρχή και το τέλος στη μικρού μήκους ταινία σου. Θα έρθει κι η δική σου στιγμή που θα βγάλεις φτερά και θα πετάξεις. Θα έρθει. Μη βιάζεσαι να μεγαλώσεις. 

Κι εκείνες οι μυρωδιές  απ’ το σαββατιάτικο θυμιάτισμα του σπιτιού να συνηγορούν στις μικρές ιεροτελεστίες του μυαλού. Ακόμη θυμάσαι το  ξεροψημένο  ψωμί με το αυγό στη μέση που έμοιαζε σαν τον ναυαγό που αφέθηκε στην απλότητα της πρωτόγονης ζωής. 

Τις διαδρομές με το παλιό λεωφορείο και τον γραφικό εισπράκτορα να σου κόβει  εισιτήριο γεμίζοντας σε με άπειρες αμφιβολίες για το αν θα τα καταφέρει να φτάσει στον προορισμό του. Όμως, πάντα τα κατάφερνε και η δυνατή του κόρνα ακουγόταν μόλις έφτανε σε κάποιο χωριό. Διαπιστευτήριο μιας επιτυχημένης διαδρομής.

 Εκείνη η μυρωδιά της θάλασσας, που η αρμύρα της διαπερνούσε κάθε σκέψη και την ταξίδευε. Τα διάσπαρτα ξωκκλήσια που σαν φάροι φώτιζαν την ψυχή και κρατούσαν ζωντανή την πίστη. Ακόμη και στα πιο απίθανα σημεία. Και στις κακοτοπιές και στην ξέρα. Έστεκαν εκεί, να σου θυμίζουν την ελπίδα. 

Εκείνες τις αναβάσεις στον Προφήτη Ηλία με τον αέρα να σου κόβει την ανάσα καθισμένη στα καπούλια ενός μικρού γαϊδουριού, καθώς αγνάντευες τη σβησμένη γραμμή του ορίζοντα. 

Η ανάμνηση της νυχτερινής ευλαβικής προσευχής στην αυλή της μικρής εκκλησιάς κάτω απ’ το φως των καλοκαιρινών αστεριών που δίσταζες να μετρήσεις, για να μην σταματήσει να υπάρχει το άπειρο. 

Ύστερα βρέθηκες στην κοιλάδα με τις πορτοκαλιές και τις μανταρινιές. Άπλωσες το χέρι να κόψεις το πιο μεγάλο, το πιο μυρωδάτο, το πιο ζουμερό πορτοκάλι. Ήρθαν στο μυαλό σου οι ατελείωτες ώρες που η θεία Αργυρώ περνούσε με τη σακοράφα τα νεράντζια στον σπάγκο κι οι αρμαθιές προορίζονταν να γίνουν με τα  μαγικά της χέρια το πιο γλυκό, γλυκό που όμοιο του δεν υπήρχε. Έβαλες το δάχτυλο στο γυάλινο βάζο, όπως και τότε, για να γευτείς το μοσχοβολημένο απ’ την κανέλα και το γαρίφαλο σιρόπι. 

Μετά ανηφόρησες στο μοναστήρι της Παναγίας. Σε κάθε σκαλοπάτι άφηνες τα ίχνη και μιας μικρής προσευχής για αυτούς που αγαπάς. Κοντοστάθηκες ν’ αγναντέψεις την παραλία της Παναγίας Τσαμπίκας. Θαύμασες για άλλη μια φορά την τελειότητα της φύσης που απλόχερα δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα σε τούτο τον τόπο. Το θρόισμα των πεύκων σε συνεπήρε κι ένιωσες για μια στιγμή την υπέρτατη χαρά της ελευθερίας από κάθε τι που βάραινε την ψυχή σου. Συνέχισες την ανάβαση και όσο πλησίαζες στην κορυφή που έστεκε μεγαλόπρεπα η Παναγιά η Κυρά, έβλεπες το τάμα να φτάνει σιγά- σιγά στην εκπλήρωσή του. Γονάτισες μπροστά στην εικόνα και δάκρυσες από δέος και συγκίνηση. Έκλαψες μέχρι που ένιωσες τη ψυχή σου ανάλαφρη. Σαν να ξεριζώθηκαν αυτά που σαν βαρίδι σε κρατούσαν γαντζωμένη στη γήινη ματαιοδοξία. Άναψες ένα κεράκι για τον καθένα και θυμιάτισες όπως έκανες πάντα. Φεύγοντας δεν κοίταξες πίσω. Άφησες την εξώπορτα ανοιχτή. Μια ανοιχτή υπόσχεση. Του χρόνου θα ήσουν πάλι εκεί. Κατηφόρισες. 

Το ξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας σού θύμισε το λιομάζωμα στο γειτονικό ελαιώνα του παππού. Βρέθηκες κάτω απ’ τον πλάτανο όπου ένας σοφός βοσκός απήγγειλε στίχους του Ερωτόκριτου, «Τ’ άκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα…»  κι απορούσες πώς είναι δυνατόν να χωράνε τόσοι στίχοι στο μυαλό ενός απλοϊκού ανθρώπου. Προχώρησες προς την πηγή και δροσίστηκες με το μοσχοβολημένο απ’ τα θυμάρια και τη ρίγανη δροσερό νερό. 

Μετά βρέθηκες κάτω από μια ελιά την ώρα που μάζευαν τα δίχτυα και φάνταζε σαν χρυσάφι ο ευλογημένος καρπός. Πήρες μια μικρή πράσινη  ελιά και τη ζούληξες με τα δάχτυλά σου. Η μυρωδιά της σε ταξίδεψε στο παλιό ελαιοτριβείο. Εκεί που όλοι περίμεναν καρτερικά τα μπιτόνια με το λάδι, το απόκτημα το μόχθου τους. Μια φέτα ψημένο ψωμί με λάδι και ζάχαρη γλύκανε εκείνη τη στιγμή. 

Το σούρουπο ήσουν πάλι στην αυλή των ονείρων σου. Στην αυλή του πατρικού σου σπιτιού με τις θείες μαζεμένες στο βραδινό «γειτονικό» να λένε ιστορίες απ’ τα παλιά. Κι αποκοιμήθηκες απ’ το γλυκό νανούρισμα των λόγων τους…

Γλύκανε η καρδιά, αναθάρρεψε η ψυχή από τούτες τις πρωτόπειρες αναμνήσεις… Ταξίδεψαν οι σκέψεις και μίκρυναν τον χρόνο της προσμονής για το επόμενο αντάμωμα . 

Αναμνήσεις ευφραίνουν καρδίαν ανθρώπου… 

Στέλια Σαρικά


Η Στέλια Σαρικά γεννήθηκε στον Αρχάγγελο Ρόδου. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήµιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστηµών, και Παιδαγωγικές Επιστήµες στο τµήµα Δηµοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστηµίου Αιγαίου. Το 2010 ολοκλήρωσε τη µετεκπαίδευσή της στο διδασκαλείο της Αλεξανδρούπολης. Εργάστηκε ως κοινωνιολόγος σε γυµνάσια και λύκεια. Ασχολήθηκε µε τα άτοµα µε αναπηρία και ήταν υπεύθυνη υλοποίησης ευρωπαϊκών προγραμµάτων στον Δωδεκανησιακό Σύλλογο Ατόµων µε Αναπηρία. Από το 2003 ζει στην Αλεξανδρούπολη και εργάζεται στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση ως δασκάλα. Είναι παντρεµένη και µητέρα δύο παιδιών. Το βιβλίο «Ο Φάνης και η οθόνη µε τα µυστικά» είναι η πρώτη της επίσηµη συγγραφική δουλειά.




Comments

Popular posts from this blog

Νικόλας Οίκουτας: Μετά από ένα άσχημο τροχαίο δυστύχημα, φοιτητής ιατρικής.

Σάββας Κοντόγιαννος "Από την οικοδομή στη ζωγραφική"

"Ο Σταυρός του Χριστού στη ζωή μας" " Μιλάει ο πάτερ Ηλίας Πετρίδης εφημέριος του Ιερού Ναού της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στο χωριό Απόλλωνα της Ρόδου.